-άδα


-άδα
(I)
παραγωγική κατάληξη από αρχαία ουσιαστικά σε -άς, -άδος. Στα παράγωγα αυτά η κατάληξη τής αιτιατικής επεκτάθηκε αναλογικά στην ονομαστική, όπως: αγελάς - την αγελάδα - η αγελάδα, η φορβάς - την φορβάδα - η φορ(β)άδα, η κοιλάς - την κοιλάδα - η κοιλάδα κ.λπ. Εν συνεχεία σχηματίστηκαν σε -άδα και παράγωγα από ουσιαστ., επίθ. και επιρρήμ., όπως: αρνί - αρνάδα, ζάλη - ζαλάδα, νόστιμος - νοστιμάδα, φρόνιμος - φρονιμάδα, χαμαί - χαμάδα κ.λπ. Η κατάλ. -άδα επεκτάθηκε εν συνεχεία αναλογικά και σε άλλα ονόματα, όπως: άμαξα - αμαξάδα, αμύγδαλο - αμυγδαλάδα, βύσινο - βυσινάδα, λεμόνι - λεμονάδα, πορτοκάλι - πορτοκαλάδα κ.λπ.
————————
(II)
ξενικής προελεύσεως παραγωγική κατάληξη, από τη βενετική κατάλ. -ada, όπως: armada-αρμάδα, fregada-φρεγάδα, pomada-πομάδα κ.λπ.

Dictionary of Greek. 2013.


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.